Είτε συμφωνεί κανείς με τον αγωνιστικό σχεδιασμό της ΑΕΚ είτε όχι, δύσκολα μπορεί να μην αναγνωρίσει ότι πίσω από τις επιλογές υπάρχει μια ξεκάθαρη στόχευση, την οποία η ομάδα ακολουθεί με συνέπεια.
Ο Νίκολιτς δείχνει να ποντάρει πολύ περισσότερο στον άξονα και λιγότερο στα άκρα, αναζητώντας καλούς χειριστές της μπάλας και play maker που θα κινούνται στα -θεωρητικά- άκρα της επίθεσης, θα συγκλίνουν και θα προσφέρουν μεγαλύτερη ασφάλεια όταν η μπάλα βρίσκεται στα πόδια τους. Παίκτες με καλή πάσα, ικανούς να υπηρετήσουν και το κάθετο παιχνίδι.
Κάπου εδώ εύλογα μπορεί να προκύψει το ερώτημα: «Και η αθλητικότητα πού είναι σε όλο αυτό;». Η απάντηση είναι ότι δεν φαίνεται να αποτελεί την πρώτη προτεραιότητα του Νίκολιτς. Τον ενδιαφέρουν περισσότερο άλλα χαρακτηριστικά και αυτό είναι κάτι που αποτυπώνεται στις επιλογές του σχεδόν σε κάθε ευκαιρία.
Στο μυαλό αρκετού κόσμου, ο Κουτέσα είναι ένας εξτρέμ από εκείνους που θεωρείς απαραίτητους σε ένα ρόστερ, ειδικά μιας ομάδας που συχνά πυκνά προσπαθεί να ξεκλειδώσει κλειστές άμυνες και η… μοίρα τη στέλνει στο πλάι. Ένας παίκτης που μπορεί να δώσει πλάτος, να ντριμπλάρει, να προσφέρει ταχύτητα και παράλληλα να έχει συμμετοχή στο σκοράρισμα, όπως άλλωστε έδειξε και στα περσινά ευρωπαϊκά παιχνίδια της «Ένωσης». Στο μυαλό, όμως, του Νίκολιτς τα πράγματα ήταν διαφορετικά. Ο Ελβετός δεν ήταν ένας παίκτης που ο Σέρβος προπονητής… τρελαινόταν να χρησιμοποιεί, κάτι που αποτυπώθηκε ξεκάθαρα και στον χρόνο συμμετοχής του στο περσινό πρωτάθλημα: Μόλις 360 λεπτά στην κανονική διάρκεια και άλλα 48 στα play-off.
Αντίθετα, ο Νίκολιτς έδινε προτεραιότητα στον Ζοάο Μάριο, στον Περέιρα και, όταν δεν είχε διαθέσιμο κανέναν από τους δύο, στον Κοϊτά. Υπό αυτό το πρίσμα, εξηγείται σε μεγάλο βαθμό τόσο η επιλογή να έρθει τώρα ο Ζοάο Μάριο όσο και η αποχώρηση του Κουτέσα.
Δεν πρόκειται, δεδομένα, για την πιο συνηθισμένη προσέγγιση. Έχουμε συνηθίσει την ΑΕΚ, όπως και τις περισσότερες ομάδες αυτού του επιπέδου, να στηρίζεται αρκετά στους εξτρέμ και στο παιχνίδι από τα άκρα, αναζητώντας το πλάτος. Αυτή τη φορά, το πλάνο είναι διαφορετικό. Και ίσως το πιο σωστό είναι να εξετάσουμε την ομάδα μέσα από τη λογική εκείνου που σχεδίασε το συγκεκριμένο πλάνο και όχι να την κρίνουμε με βάση το τι θα ταίριαζε περισσότερο στα δικά μας ποδοσφαιρικά γούστα.
Το ζητούμενο για τον Νίκολιτς είναι πλέον να αξιοποιήσει με τον καλύτερο δυνατό τρόπο τα εργαλεία που, σύμφωνα με τη δική του φιλοσοφία, του παρέχει ο σύλλογος και να οδηγήσει την ομάδα ξανά στις επιτυχίες. Πέρσι το κατάφερε. Φέτος, έχοντας ενισχύσει και εξελίξει ακόμη περισσότερο αυτό που ξεκίνησε να χτίζει, καλείται να κάνει το ίδιο.
Φυσικά, κάθε επιλογή έχει και το ρίσκο της. Και στη συγκεκριμένη περίπτωση υπάρχει ένας κίνδυνος που γίνεται εύκολα αντιληπτός: η ΑΕΚ μπορεί να βρεθεί χωρίς εναλλακτικό σχέδιο όταν χρειαστεί να αλλάξει τον τρόπο με τον οποίο επιτίθεται. Αρκεί να θυμηθούμε το περσινό παιχνίδι με την Κραϊόβα στη Φιλαδέλφεια. Η κατάσταση είχε στραβώσει για τα καλά, το σκορ είχε πάει στο 0-2 και στο τελευταίο κομμάτι του αγώνα ο Νίκολιτς στράφηκε στους εξτρέμ, αναζητώντας ξανά το πλάτος.
Ο Κουτέσα από αριστερά και ο Ελίασον από δεξιά, έχοντας περάσει ως αλλαγές, ήταν δύο από τους βασικούς πρωταγωνιστές εκείνης της απίθανης ανατροπής. Και είναι δύσκολο να μην αναγνωρίσει κανείς ότι εκείνο το βράδυ η «Ένωση» κατάφερε να σώσει την παρτίδα μέσα από το plan B της.
Το γεγονός ότι φέτος δεν υπάρχει στον ίδιο βαθμό η δυνατότητα να δοθεί πλάτος με καθαρόαιμους εξτρέμ αποτελεί αναμφίβολα ένα ζήτημα. Από την άλλη, η λογική λέει πως αν σε κάποια στιγμή χρειαστεί ταχύτητα και παιχνίδι από τα άκρα, ο Νίκολιτς θα αναζητήσει αυτή τη λύση μέσω του Ζίνι και του Κοϊτά, χρησιμοποιώντας τους στα φτερά.