Bloggers

Από πότε είναι αυτή η εφημερίδα;

Το project και το process είναι δυο λέξεις στις οποίες πρέπει να πιστέψεις, να επενδύσεις και να στηρίξεις, αν ο άνθρωπος που έχει αναλάβει να το τρέξει και να το φέρει εις πέρας, σε πείθει ότι μπορεί να τα καταφέρει. Και στον Παναθηναϊκό, ανέλαβε αυτή τη μεγάλη ευθύνη πριν μερικούς μήνες, ο Ράφα Μπενίτεθ: να καθίσει στον πάγκο μιας ομάδας απαξιωμένης, «τσακωμένης» με το πρωτάθλημα, που είχε να πανηγυρίσει 15 χρόνια, που είχε ξεθωριάσει η ευρωπαϊκή της «φόδρα», με έναν κόσμο έτοιμο να σκαρφαλώσει στα κάγκελα και να βρίσει με όλη τη δύναμη της ψυχής του σε κάθε στραβή. Ανέλαβε, χωρίς να έχει να χάσει τίποτα και χωρίς να έχει να δώσει λογαριασμό σε κανέναν, αλλά ούτε να εξηγήσει ποιος είναι και τι έχει κάνει στην καριέρα του: το βιογραφικό του «μιλάει» αντί για εκείνον.

Φυσικά, στη χώρα που γέννησε τη Δημοκρατία, όλοι είχαν άποψη για τον Ράφα Μπενίτεθ, «γιατί, έτσι»: τον είπαν παλαίμαχο, ταβερνιάρη, «Κα-Ράφα» και παρωχημένο. Είπαν ότι η ΑΕΚ τον απέρριψε το καλοκαίρι. Ότι το ποδόσφαιρο τον έχει προσπεράσει, ότι είναι «παλιακός», χωρίς σύγχρονες ιδέες, ότι οι ομάδες του πάντα έπαιζαν βαρετό ποδόσφαιρο, ότι θα φύγει (κι αυτός) πριν την ώρα του. Οι ανοησίες, οι απρέπειες και οι υπερβολές που γράφτηκαν και ακούστηκαν γι’ αυτόν, δεν έχουν προηγούμενο – ενώ δεν υπάρχει ανάλογο προηγούμενο, με προπονητή με το δικό του βιογραφικό, με τρία ευρωπαϊκά, να εργάζεται στη χώρα μας.

Κανείς δεν του αναγνώρισε μισό ελαφρυντικό αυτούς τους μήνες, στα παιχνίδια όπου η ομάδα – όντως – δεν έπαιζε καλά: ούτε ότι ήταν λίγο καιρό στην ομάδα, ούτε τις δεδομένες «κακοφτιαξιές» του ρόστερ, ούτε τους συνεχόμενους και κομβικούς τραυματισμούς, ούτε την προετοιμασία που έγινε «τσάτρα – πάτρα» το καλοκαίρι, χωρίς επαρκή χρόνο, ώστε να μπορέσει ο Παναθηναϊκός να μπει σε ευρωπαϊκό όμιλο. Λες κι έφταιγε ο ίδιος για όλα τα δεινά της ομάδας ή λες και είχε κάποιο μαγικό ραβδί και μπορούσε να διορθώσει σε μια εβδομάδα ή έναν μήνα, όλα τα στραβά του Παναθηναϊκού.

Τελικά, τι μπάλα παίζουν οι ομάδες του Μπενίτεθ;

Αυτό στην πραγματικότητα θα το διαπιστώσουμε, θα το κρίνουμε και θα το αξιολογήσουμε το καλοκαίρι, αν με το καλό ο Παναθηναϊκός είναι στα ευρωπαϊκά προκριματικά και έχει τον Μπενίτεθ στον πάγκο του. Με μια ομάδα στην οποία θα έχει κάνει προετοιμασία ο ίδιος, με τον τρόπο που επιθυμεί και με τους παίκτες που θα έρθουν το καλοκαίρι, για να αντικαταστήσουν εκείνους που θεωρεί ότι δεν του κάνουν. Τα παιχνίδια που απομένουν μέσα στη σεζόν, θα είναι μια συνεχόμενη αξιολόγηση για όσους παίκτες πραγματικά επιθυμούν να μείνουν, να δουλέψουν με τον Μπενίτεθ και να μάθουν πράγματα από έναν προπονητή που σίγουρα έχει πράγματα να τους μάθει. Όσοι από την άλλη δεν επιθυμούν να συνεργαστούν μαζί του ή πιστεύουν ότι τα ξέρουν όλα και δεν έχουν τίποτα να πάρουν απ’ αυτόν, μπορούν να πάνε κάπου αλλού, όπου οι «προπονητικές τους γνώσεις» μπορούν πραγματικά να φανούν πολύτιμες.

Αλλά το ερώτημα στριφογυρίζει στο μυαλό πολλών, ειδικά μετά το 4-1 επί του ΟΦΗ: ο τρόπος παιχνιδιού που αγαπά περισσότερο ο Μπενίτεθ, είναι το παιχνίδι αναμονής, πίεσης και αντεπίθεσης, που είδαμε για παράδειγμα με Ολυμπιακό και Πλζεν, ακόμα και με τον Άρη πρόσφατα ή αυτό που είδαμε με τον ΟΦΗ; Στην παρούσα στιγμή, στην κατάσταση που είναι η ομάδα, με το υλικό που έχει και με τους στόχους που κυνηγά (τετράδα στο πρωτάθλημα και πρόκριση επί της Μπέτις και βλέπουμε…), ο Παναθηναϊκός θα πορευτεί με δυο αγωνιστικά πρόσωπα: πάντα με τριάδα στην άμυνα, δυο χαφ στον άξονα και τριάδα στην επίθεση, θα επιχειρεί να παίζει ποδόσφαιρο κατοχής και πρωτοβουλίας εκεί όπου νιώθει ότι έχει ποιοτικό και αγωνιστικό πλεονέκτημα και ποδόσφαιρο υπομονής και σύνεσης, στα πιο «επικίνδυνα παιχνίδια». Αυτό μπορεί να κάνει αυτή τη στιγμή, αυτό επιτρέπει το rotation με βάση τους παρόντες και τους απόντες, μέχρι εκεί φτάνουν οι εντάσεις των παικτών και όσα έχει προλάβει να «διδάξει» και οι παίκτες να αφομοιώσουν, το διάστημα που βρίσκεται εδώ. Κάτι το οποίο δεν ξέρω σε ποιους αρέσει αισθητικά και σε ποιους όχι, αλλά αν φέρνει νίκες και προκρίσεις, κανένας δεν θα «χαλαστεί» και κανένας δεν θα ξινίσει τα μούτρα του.

Το «από το καλοκαίρι και μετά» όμως, είναι μια άλλη συζήτηση: αν ο Μπενίτεθ παραμείνει και οι μεταγραφικές κινήσεις συνεχίζουν να γίνονται πάνω στα δικά του «θέλω», τότε θα έχει το υλικό που επιθυμεί για να παίξει ένα ποδόσφαιρο όχι μόνο «ουσίας» αλλά και θελκτικό στο μάτι, που δεν θα το βλέπουμε μόνο στα «πιο εύκολα» παιχνίδια, αλλά και στα πιο απαιτητικά. Και στα ελληνικά ντέρμπι δηλαδή αλλά και στα ευρωπαϊκά ματς. Η ευχή, η επιθυμία και η προσδοκία, είναι ακριβώς αυτή: μια ομάδα με μεντάλιτι νικητή, που να μπορεί να παίρνει τα αποτελέσματα και να το κάνει παίζοντας ωραίο ποδόσφαιρο, πάνω – κάτω όπως έπαιξε κόντρα στον ΟΦΗ. Δεν μπορεί προφανώς αυτό να γίνεται πάντα και παντού, εντός και εκτός έδρας, με αντίπαλους χαμηλότερης δυναμικότητας και στα ντέρμπι, αλλά ας γίνεται όποτε το επιτρέπουν οι συνθήκες. Ας φτιάξει ο Μπενίτεθ μια ομάδα, όπου οι αντίπαλοι θα προβληματίζονται και θα στέκονται πίσω από τη μπάλα, ελπίζοντας ότι θα την κλέψουν και θα βγάλουν αντεπίθεση, που θα κλείνονται εκείνοι στο 1/3 και θα διώχνουν τη μπάλα στα «τυφλά» και όλα τα υπόλοιπα «θα τα βρει η Υπηρεσία»…