Bloggers

Είναι καλός τώρα ο κύριος Μπενίτεθ;

Δεν πιστεύω στις «αγιογραφίες» – όλοι κρίνονται από τη δουλειά τους, τη συμπεριφορά τους, τις επιτυχίες και τις αποτυχίες, τα πράγματα που φτιάχνουν και αυτά που χαλάνε. Αλλά δεν πιστεύω επίσης στην απαξίωση και το «ξεπάτωμα» – ειδικά όταν αφορά σε ανθρώπους, που αν απλώσουν το βιογραφικό τους στο πάτωμα, είναι ίσο με μπορδο-ροδο-κόκκινο χαλί της Μοιραράκη.

Ο Ράφα Μπενίτεθ, δεν ήρθε στην Ελλάδα για να φτιάξει το όνομά του – το έχει «φτιαγμένο» εδώ και πολλά χρόνια. Δεν ήρθε εδώ για να τον μάθει ο κόσμος ή να μπορέσει μέσω του Παναθηναϊκού, να βρεθεί στο μέλλον σε μεγαλύτερο πάγκο. Έχει φτιάξει το legacy του, έχει πάρει τη θέση που του αναλογεί στην Ιστορία του Ποδοσφαίρου, θα έχει πάντα τον τελικό της Κωνσταντινούπολης και το έπος της Λίβερπουλ ως ένα από τα σημαντικότερα πράγματα που είδαμε ποτέ στο υπέροχο αυτό άθλημα και το οποίο φέρει την υπογραφή του. Ο Μπενίτεθ ήρθε στον Παναθηναϊκό, διότι σε αντίθεση με άλλους συναδέλφους του, που πάνε μόνο στην ασφάλεια των κλαμπς που έχουν πολλά λεφτά και ανήκουν στα 3-4 κορυφαία πρωταθλήματα του κόσμου, εκείνος βρήκε ένα challenge στην Ελλάδα και τον Παναθηναϊκό: να αναλάβει μια ομάδα με «φανέλα» και ιστορία, που είναι 16 χρόνια χωρίς πρωτάθλημα και να την αναμορφώσει, ενόψει της στιγμής που θα μπει στο καινούργιο της γήπεδο. Να τη «γκρεμίσει» για να την «ξαναχτίσει» αν χρειαστεί, ώστε να φτιαχτεί με τον δικό του τρόπο. Σωστός ή λάθος, αυτός είναι ο τρόπος ενός προπονητή με καριέρα δεκαετιών και τρία ευρωπαϊκά – μεταξύ άλλων – στο βιογραφικό του.

Σε μια χώρα που αγαπά να αποθεώνει μετριότητες και να απαξιώνει διάνοιες, δεν προξενεί απορία που ο Μπενίτεθ, μέσα σε λίγους μήνες, έγινε «κάπελας», «ταβερνιάρης», «συνταξιούχος» και «απατεώνας», όχι απλά από οπαδούς που γράφουν την αποψάρα τους στα social media και στα σχόλια των αθλητικών σάιτς αλλά κι από δημοσιογράφους που για μερικά «κλικς», γράφουν ό,τι πιστεύουν ότι είναι αρεστό στους αναγνώστες – πελάτες τους. Φυσικά και έχει κάνει λάθη ως τώρα ο Μπενίτεθ – αλλά λάθη κάνουν μόνο όσοι δουλεύουν. Φυσικά και έχουμε δει πρόσωπα, διατάξεις και αλλαγές που μας έχουν γεμίσει απορίες. Φυσικά και έχει χάσει παιχνίδια με τρόπο που δεν αρέσει σε κανέναν φίλο της ομάδας, με βαριές ήττες και απόδοση κάτω του μετρίου. Απ’ όλα έχουμε δει ως τώρα – και καλά πράγματα και στραβά. Αλλά άλλο πράγμα η κριτική, η καλόπιστη ποδοσφαιρική κριτική και άλλο πράγμα η απόλυτη απαξίωση, για έναν προπονητή που δεν έταξε ούτε αποτελέσματα εδώ και τώρα, ούτε πρωτάθλημα φέτος, ούτε τίποτα. Το μόνο που «υποσχέθηκε», είναι να δουλέψει σκληρά και να φτιάξει, μέσα σε ένα εύλογο χρονικό διάστημα και σε διάφορες μεταγραφικές περιόδους, μια ομάδα όπως την έχει στο μυαλό του. Κι αν το καταφέρει αυτό, τότε η ομάδα αυτή σίγουρα θα αρέσει και στον κόσμο της ομάδας.

Τι έκανε τόσο καλά ο Μπενίτεθ στο «Καραϊσκάκης»:

Στην πραγματικότητα αυτό που έκανε τόσο καλά ο Μπενίτεθ στο ντέρμπι, ήταν αυτό που έκαναν οι παίκτες του: μηδέν λάθη. Σε ένα σωρό προηγούμενα ντέρμπι, με εξαίρεση το 2-1 στη Λεωφόρο με τον ΠΑΟΚ, ό,τι κι αν είχε σχεδιάσει ο Μπενίτεθ, πήγε περίπατο από τα ατομικά λάθη ή τις ολιγωρίες των παικτών του: λάθος πάσες προς τα πίσω, γλιστρήματα, ανόητα πέναλτι, λάθος εκτίμηση του τερματοφύλακα, αμυντικοί που έχασαν τον αντίπαλό τους σε στατικές φάσεις και πάει λέγοντας. Ό,τι και να σχεδιάζει ένας προπονητής, το μόνο σίγουρο είναι ότι δεν κρατάει ένα χειριστήριο και δεν «κουνάει» εκείνος τους παίκτες του: αν ο Καλάμπρια κλωτσήσει π.χ. τον Γιακουμάκη επειδή δεν τον είδε ή αν ο Γέντβαϊ δώσει τη μπάλα σε αντίπαλο ή αν ο Τουμπά κάνει ένα χαζό πέναλτι, αυτά είναι πράγματα που δεν ελέγχει ο προπονητής. Είναι όμως πράγματα που στοιχίζουν στην ομάδα – και στο τέλος της ημέρας, αν χάσει η ομάδα, το ανάθεμα πέφτει πάνω στον προπονητή.

Στο ντέρμπι με τον Ολυμπιακό, ο Μπενίτεθ είχε εκπονήσει ένα συγκεκριμένο πλάνο: αφήνουμε τη μπάλα στον αντίπαλο, όταν την κλέβουμε προσπαθούμε το επιθετικό transition να είναι γρήγορο σημαδεύοντας τον Τεττέη που κινείται ανάμεσα στα στόπερ κι αν η ομάδα έχει διατηρήσει το «μηδέν» πίσω, κάποια στιγμή ο Ολυμπιακός θα ανέβει ψηλότερα και θα βρεθούν ακόμα περισσότεροι χώροι για αντεπιθέσεις. Το πλάνο αυτό, δούλεψε σχεδόν τέλεια: ο Ταμπόρδα σκόραρε στο 7’, ο Ολυμπιακός είχε την κατοχή της μπάλας και τις ανούσιες τελικές, τη στιγμή που ο Παναθηναϊκός είχε όλες τις μεγάλες φάσεις του αγώνα – με μοναδική εξαίρεση την απίθανη χαμένη ευκαιρία του Ζέλσον. Και με λίγη προσοχή, οι «πράσινοι» θα μπορούσαν να έχουν βάλει και δεύτερο γκολ και να κλειδώσουν το ματς σε διάφορες στιγμές του δευτέρου ημιχρόνου, είτε με τον Αντίνο, είτε με τον Παντελίδη.

Ό,τι καλό συνέβη στον Παναθηναϊκό στο ντέρμπι, συνέβη διότι οι παίκτες είχαν υψηλό βαθμό συγκέντρωσης, προσήλωσης στο πλάνο, είχαν αλληλοκαλύψεις και δεν έχασαν το μυαλό τους ούτε για μια στιγμή. Ελπίζω αυτό να τους βοηθήσει να πιστέψουν περισσότερο στον προπονητή τους και σ’ αυτά που τους ζητάει και να παρουσιαστούν και στη συνέχεια το ίδιο προσηλωμένοι σε όσα θα κληθούν να κάνουν. Ο Παναθηναϊκός, αυτό το Γενάρη έβαλε και ποιότητα και ποσότητα στο ρόστερ – κι αυτό σημαίνει ότι ο Μπενίτεθ, δεν «κρέμεται» πρακτικά από κανέναν, διότι πλέον έχει παίκτες σε όλες τις θέσεις, για να κάνει τη δουλειά του. Όποιος το καταλάβει και προσπαθεί σκληρά, θα παίζει. Όποιος είναι σε άλλο μήκος κύματος, απλά θα χάσει τη θέση του και θα δει κάποιον άλλον να παίζει, που ανταποκρίνεται καλύτερα στα «θέλω» του προπονητή του. Τόσο απλό είναι…