Για την 3η αγωνιστική του Nations League η εθνική μας υποδέχτηκε την Ολλανδία στο γήπεδο της Τούμπας. Οι φιλοξενούμενοι παρατάχτηκαν με σχηματισμό 1-4-3-3 σε φάση επίθεσης που όμως παρουσίαζε ευελιξία. Συγκεκριμένα, άφηναν τρεις παίκτες στα μετόπισθεν «ανεβάζοντας» ψηλά τον δεξιό τους μπακ Ντούμφρις (22), με τον δεξιό επιθετικό Σάμερβιλ (7) να συγκλίνει προς τον άξονα. Υπήρχαν βέβαια και οι περιπτώσεις που ο Ντούμφρις κινούνταν εσωτερικά και ο Σάμερβιλ έμενε εξωτερικά κοντά στην γραμμή. Παράλληλα ο Φέρμαν (18) μαζί με τον Κουίντεν Τίμπερ (6) δημιουργούσαν ένα δίδυμο μέσων μπροστά από τους αμυντικούς, και ο Τιλ (16) κινούνταν ως αριστερός εσωτερικός μέσος. Ο διάταξη αυτή δημιουργούσε υπερφόρτωση 4 ν 2 στον κεντρικό άξονα την οποία οι Οράνιε ήθελαν να εκμεταλλευτούν και να ελέγξουν την μεσαία γραμμή και κατά συνέπεια τον ρυθμό του αγώνα.

Ο ρόλος του Παυλίδη
Η Ελλάδα χρησιμοποίησε ως σχηματισμό σε φάση άμυνας το 1-4-4-2 αλλά για να αντιμετωπίσει την ευελιξία των φιλοξενούμενων έκανε προσαρμογές. Κομβικό ρόλο στην αμυντική λειτουργία είχε ο Βαγγέλης Παυλίδης.
Καθώς ο Τζόλης (10) και στην συνέχεια ο Μασούρας (7) ακολουθούσαν τον Ντούμφρις (22), ο Τσιμίκας (21) αναλάμβανε να περιορίσει τον Σάμερβιλ (7) όταν τοποθετούνταν ανάμεσα στις γραμμές. Ο φορ λοιπόν της Μπενφίκα έπρεπε να συμβάλει στον έλεγχο ενός από τους αμυντικούς μέσους, ώστε να μην υπάρχει υπεραριθμία στον άξονα για τους Ολλανδούς. Ο Παυλίδης (14) δεν κινούνταν να ασκήσει πίεση στον Φ. Ντάικ (4) ακόμη κι αν ο παίκτης της Λίβερπουλ βρίσκονταν στον χώρο ευθύνης του. Αντί αυτού έμενε χαμηλότερα και είχε ως στόχο να εμποδίσει την πάσα προς τον Κ. Τίμπερ (6) βάζοντας τον στην σκιά του, όπως έκανε σε μεγάλο βαθμό με τον Κίμιχ απέναντι στην Γερμανία. Έτσι ο Κουρμπέλης (6) δεν χρειάζονταν να ανεβαίνει πολύ ψηλά, αλλά βρίσκονταν κοντά στους στόπερ και έλεγχε παράλληλα το Τιλ (16).

Όταν δε η μπάλα μεταφέρονταν στα πλάγια αριστερά, ο Παυλίδης (14) αναλάμβανε το μαρκάρισμα του συγκεκριμένου παίκτη με αποτέλεσμα ο Κουρμπέλης (6) να εστιάζει στο μαρκάρισμα του Τιλ (16) και ο Ανδρούτσος (15) σε αυτό του Φέρμαν (18).

Το σημάδι στον Γιούριεν Τίμπερ
Σε φάση επίθεσης η εθνική δεν θέλησε σε καμιά περίπτωση να ρισκάρει απέναντι στο υψηλό πρέσινγκ των φιλοξενούμενων. Χρησιμοποίησε λοιπόν άμεσο παιχνίδι με συγκεκριμένη στόχευση. Ξέροντας ότι ο Φαν Ντάικ είναι ικανότατος στο ψηλό παιχνίδι, ο Τζολάκης σημάδευε τον Ιωαννίδη (8) που είχε να κάνει με τον κοντύτερο Γιούριεν Τίμπερ (12). Ο παίκτης της Άρσεναλ ύψους 1.79μ, υστερούσε σε ύψος αλλά και όγκο απέναντι στον φορ της Σπόρτινγκ και αποτελούσε τον ιδανικό στόχο για να καταφέρει η εθνική είτε να κερδίσει μονομαχίες, είτε κάποιο φάουλ που θα της έδινε μέτρα στο γήπεδο. Παρά το γεγονός ότι οι πρώτες καλές στιγμές για την Ελλάδα ήρθαν από παιχνίδι στην πλάτη των Ολλανδών, το γκολ ήρθε με άμεσο παιχνίδι. Ο Τζολάκης σημάδεψε πάλι τον χώρο ευθύνης του Τίμπερ μόνο που αυτή τη φορά ο Μασούρας ήταν αυτός που κέρδισε την πρώτη μπάλα, τροφοδότησε τον Ιωαννίδη που άφησε πίσω του τον Τίμπερ και έκανε το 1 – 0.
Η Ελλάδα μετά το γκολ αμύνονταν υποδειγματικά και δεν άφηνε τους Ολλανδούς να πλησιάσουν πολύ την περιοχή. Ο Παυλίδης έκανε εξαιρετική δουλειά και οι αμυντικοί εξουδετέρωναν σε πρώτο χρόνο (άμεσα) κάθε σέντρα των Ολλανδών οι οποίοι είχαν 1 επιτυχημένη στις 5 στο 1ο ημίχρονο. Σαν να μην έφτανε αυτό, η εθνική βρήκε και 2ο τέρμα από την λάθος πάσα του Φαν Μπόμελ, σε μια φάση που οι ρόλοι Ιωαννίδη – Μασούρα αντιστράφηκαν (47’).
Το 1ο ημίχρονο ολοκληρώθηκε με την Ολλανδία να έχει την κατοχή (66%) και την μπάλα να παίζεται περισσότερη ώρα στο μεσαίο (47%) και το αμυντικό τρίτο της Ελλάδας (33%), την εθνική όμως να ελέγχει το ματς.

Η Ελλάδα είχε περισσότερες τελικές (7 – 5), υψηλότερη τιμή αναμενόμενων τερμάτων (0.89 – 0.33) και περισσότερες επαφές μέσα στην μεγάλη περιοχή (11 – 10).
Οι Ολλανδοί επιτέθηκαν περισσότερο από τα δεξιά, λιγότερο από τα αριστερά και πολύ λιγότερο από τον άξονα (ελεώ Παυλίδη). Η Ελλάδα από την πλευρά της έδωσε μεγαλύτερη έμφαση στα αριστερά της εκεί που κινούνταν ο Ιωαννίδης.

Η τακτική προσέγγιση του Τσάβι που άνοιξε τους διαδρόμους στο 2ο μέρος
Στο 2ο ημίχρονο ο Τσάβι προχώρησε σε τρεις αλλαγές προσώπων (Λάνγκ, Γκράβενπεργκ, Ρέιντερς) αλλά και επιθετικής διάταξης. Άφησε έναν μόνο κεντρικό μέσο (Φέρμαν -18) και τοποθέτησε έξι παίκτες πίσω από την γραμμή των μέσων της Ελλάδας. Η προσέγγιση αυτή δημιούργησε μεγάλο πρόβλημα στην εθνική, καθώς οι Κουρμπέλης (6) και Ανδρούτσος (15) είχαν να διαχειριστούν τρεις παίκτες στον χώρο ευθύνης τους (3 ν 2 κατάσταση).

Οι Ολλανδοί εκμεταλλεύτηκαν την συνθήκη δημιουργώντας διαδρόμους μεταβίβασης προς τον Σάμερβιλ (7) που βρίσκονταν σε κεντρική θέση. Συγκεκριμένα, είτε ο Γκράβεμπεργκ (8) είτε ο Ρέιντερς (14) παρέσυραν τους Ανδρούτσο (15) και Κουρμπέλη (6) και άνοιγαν τον διάδρομο μεταβίβασης προς τον κεντρικό άξονα.

Αποτέλεσμα ήταν να αυξήσουν τα ποσοστά κατοχής και τις επιθέσεις από τον κεντρικό άξονα (29% στο 1ο και 39% στο 2ο), να πλησιάζουν την περιοχή της Ελλάδας και να φέρνουν την μπάλα με καλύτερες προϋποθέσεις μέσα σ’ αυτήν.

Η συνθήκη αυτή άρχισε να δυσκολεύει την εθνική που δεν είχε απομακρύνσεις της μπάλας σε πρώτο χρόνο μέσα στην περιοχή. Αποτέλεσμα ήταν οι Ολλανδοί να έχουν 2ες ευκαιρίες για σουτ κοντά στην εστία. Έτσι προήλθε το κόρνερ στο 59’ το οποίο οδήγησε στο 2-1 αλλά και το γκολ της ισοφάρισης στο 89’.
Η εθνική στο 2ο μέρος είχε ακόμη ένα μεγάλο πρόβλημα. Δυσκολεύονταν να χτυπήσει στην επιθετική μετάβαση. Καθώς οι Ολλανδοί αύξησαν την πυκνότητα των παικτών τους στον κεντρικό άξονα και μείωσαν τις αποστάσεις μεταξύ τους, η συνοχή τους ως ομάδα αυξήθηκε. Έτσι βρίσκονταν πολλοί παίκτες σε λίγα τετραγωνικά και μπορούσαν πολύ εύκολα να εφαρμόσουν άμεση πίεση όταν χάνονταν η μπάλα και να την ξανακερδίσουν. Αποτέλεσμα ήταν, περισσότερες επιθέσεις για τους φιλοξενούμενους και πολύ λιγότερες για την Ελλάδα. Η εθνική είχε μόνο μια τελική στο 2ο μέρος και 2 μόλις επαφές στην περιοχή των Ολλανδών.
Στο 2ο μέρος οι Ολλανδοί εκτός από την κατοχή που έφτασε στο 76%, αύξησαν τις τελικές τους (14 – 1), αλλά και τα αναμενόμενα τέρματα τους (0.71 – 0.02). Η πίεση εντείνονταν καθώς περνούσαν τα λεπτά, οι φιλοξενούμενοι, έφτασαν τις 30 επαφές στο 2ο μέρος στην μεγάλη περιοχή (οι Γερμανοί είχαν 29 σε όλο τον αγώνα), με 7 επιτυχημένες σέντρες στις 21 και εκμεταλλευόμενοι την 2η ευκαιρία στην περιοχή πέτυχαν την ισοφάριση.
Συμπέρασμα: Η εθνική έκανε ένα εξαιρετικό πρώτο ημίχρονο με την συνεισφορά του Παυλίδη στην αμυντική λειτουργία, και ήταν η ομάδα που ήλεγξε το παιχνίδι. Στο 2ο όμως μέρος η τακτική προσέγγιση του Τσάβι, άνοιξε τους διαδρόμους προς τον άξονα, έφερε τους Ολλανδούς πιο κοντά και με περισσότερους παίκτες μέσα στην περιοχή και δημιούργησε καλύτερες προϋποθέσεις για να σκοράρουν.
Η Ελλάδα τώρα καλείται να διαχειριστεί την κούραση από τα συνεχόμενα παιχνίδια, με τον Γιοβάνοβιτς να έχει την δύσκολη δουλειά να φρεσκάρει την ομάδα χωρίς να επηρεαστεί η συνοχή της και η ομοιογένεια της. Η ισοπαλία απέναντι στην μάνσαφτ θα δώσει το πάνω χέρι στην εθνική σε περίπτωση ισοβαθμίας των δύο ομάδων και θα φέρει την Ελλάδα ακόμη πιο κοντά στον στόχο της, που σε πρώτη φάση είναι η αποφυγή της τέταρτης θέσης και στο πίσω μέρος του μυαλού της να καταφέρει να πάρει μια από τις δύο πρώτες.
Παίκτης που ξεχώρισε: Ο Γιώργος Μασούρα ήταν ο παίκτης της εθνικής που ξεχώρισε. Ο επιθετικός της Neom κλήθηκε να αντικαταστήσει τον Τζόλη και τα πήγε περίφημα. Παρά την πίεση που δέχτηκε είχε 30 επαφές, 11/18 πάσες (61%), ένα γκολ, μια ασίστ, μία πάσα κλειδί, 6/12 (50%) μονομαχίες και 5 ανακτήσεις.

