Δεν γνωρίζω τι άποψη έχουν οι ποδοσφαιριστές του Παναθηναϊκού για τον Ράφα Μπενίτεθ – και ειλικρινά δεν με νοιάζει κιόλας. Αν δηλαδή τον συμπαθούν ή τους είναι αδιάφορος, αν τον θεωρούν παρωχημένο ή όχι, αν πιστεύουν ότι μπορεί να οδηγήσει την ομάδα σε επιτυχίες ή είναι επιφυλακτικοί. Την τελευταία φορά που κοίταξα, κανείς τους δεν έχει δίπλωμα προπονητή. Την προ-τελευταία φορά που κοίταξα, μόνο δυο έχουν πάρει πρωτάθλημα (ο Μπακασέτας και ο Σιώπης στην Τουρκία) και σίγουρα κανένας τους δεν έχει κατακτήσει Champions League, Europa ή Κύπελλο ΟΥΕΦΑ – ο Μπενίτεθ τα έχει κατακτήσει όλα. Την αντι-προ-τελευταία φορά που κοίταξα, πολλοί από τους παίκτες, που αμείβονται πλουσιοπάροχα, πληρώνονται στην ώρα τους, προπονούνται σε σύγχρονες εγκαταστάσεις και γενικά δεν τους λείπει τίποτα, δεν κάνουν ούτε τα προφανή και τα απολύτως απαραίτητα: δεν σκοράρουν σε τετ-α-τετ, δεν κόβουν «ούτε με βαλέ», πάνε δεύτεροι στις μονομαχίες και δείχνουν συμβιβασμένοι με την αποτυχία ή/και την μετριότητα.
Οπότε, πραγματικά δεν με ενδιαφέρει ποιοι συμπαθούν και ποιοι πιστεύουν στον Μπενίτεθ και ποιοι όχι – το μόνο που πραγματικά με ενδιαφέρει, είναι να δω παίκτες που θα πειθαρχούν στον προπονητή τους, θα κάνουν τα πράγματα που τους ζητάει, θα τα δίνουν όλα κι αν η ομάδα συνεχίσει να αποτυγχάνει, τουλάχιστον δεν θα κατηγορήσει κανείς εκείνους για αδιαφορία, «ωχαδελφισμό» ή κακή νοοτροπία. Και σε τελική ανάλυση, μια ομάδα από την οποία έχει φύγει μισή ντουζίνα προπονητές τα τελευταία χρόνια (αποφεύγω να γράψω «έχουν φάει μια ντουζίνα προπονητές»), οφείλει απλά να σκύψει το κεφάλι και να δουλέψει, χωρίς μπουρμούρες, μουτράκια και γκρινίτσες.
Στα αποδυτήρια, κουμάντο κάνει ένας
Τα αποδυτήρια μιας ομάδας, δεν είναι ούτε reality επιβίωσης, ούτε τηλεπαιχνίδι, ούτε Εκκλησία του Δήμου, ούτε Εθνοσυνέλευση. Δεν μπαίνουν τα θέματα σε δημόσια διαβούλευση, δεν γίνονται δημοψηφίσματα και δεν υπάρχει μυστική ψηφοφορία για το αν πρέπει να μείνει ή να φύγει ένας προπονητής ή ένας παίκτης. Στα αποδυτήρια, η έννοια της «Δημοκρατίας» δεν υφίσταται – κουμάντο κάνει ο προπονητής: αυτός παίρνει τις αποφάσεις, αυτός πιστώνεται ή χρεώνεται τα αποτελέσματα και αυτός είναι συνήθως που πληρώνει «το μάρμαρο» όταν τα πράγματα δεν πάνε καλά.
Στον Παναθηναϊκό τα τελευταία χρόνια ήρθαν και έφυγαν αρκετοί προπονητές, άλλοι καλοί και άλλοι ανεπαρκείς. Μετά τον Γιοβάνοβιτς, που στηρίχθηκε από την πλειοψηφία των παικτών του, οι υπόλοιποι δεν είχαν ανάλογη στήριξη, για πολλούς και διαφορετικούς λόγους: ούτε ο Τερίμ, ούτε ο Αλόνσο, ούτε ο Βιτόρια, ούτε ο Κόντης έδειξαν να έχουν την πλήρη στήριξη και συνεργασία των παικτών – τουλάχιστον στα δικά μου μάτια. Και φτάνοντας στον Μπενίτεθ, η κατάσταση μοιάζει παρόμοια. Μόνο που το βιογραφικό του συγκεκριμένου προπονητή, δεν συγκρίνεται με κανενός άλλου προπονητή που έχει έρθει στην Ελλάδα, σε οποιαδήποτε ομάδα και αυτό από μόνο του, είναι ένας καλός λόγος να τον σεβόμαστε όλοι. Όχι «για πάντα» προφανώς, όχι όταν κάνει πράγματα που μοιάζουν δυσλειτουργικά, «ακατανόητα» ή «παράλογα», αλλά όσο προσπαθεί να αξιολογήσει το ρόστερ του, να βάλει τα πράγμα σε «κουτάκια», να εντοπίσει τα κενά και να εισηγηθεί τι είδους παίκτες πρέπει να έρθουν, ώστε να αυξηθούν τα ποιοτικά χαρακτηριστικά της ομάδας.
Φυσικά κανείς δεν έχει το «αλάθητο του Πάπα»
Η υγιής, «κανονική» κριτική, είναι κομμάτι του ποδοσφαίρου, ειδικά όταν γίνεται καλόπιστα, χωρίς εμμονές και σκαλώματα. Οι επιλογές του Μπενίτεθ, σε διάταξη και 11άδα στο Περιστέρι, ήταν ακατάλληλες. Δεν προχώρησε σε διορθωτικές κινήσεις κατά τη διάρκεια του πρώτου ημιχρόνου (λες και είναι ταμπού ή ποινικά κολάσιμο να κάνεις αλλαγή ή αλλαγές στο 25’ ή στο 30’ όταν η ομάδα υποφέρει), αλλά άλλαξε πράγματα στην επανάληψη και βοήθησε την ομάδα του να ανασάνει, να ισορροπήσει το ματς, να κυριαρχήσει στο κέντρο και να φτιάξει φάσεις. Δεν είναι δουλειά του όμως ούτε να σπρώχνει τη μπάλα στα δίχτυα από τα 5 μέτρα, όπως δεν είναι και δουλειά του να μάθει σε επαγγελματίες ποδοσφαιριστές να μαζεύουν τα χέρια τους μέσα στη μεγάλη τους περιοχή, για να μην παραχωρούν πέναλτι – αυτά είναι πράγματα που οφείλουν να τα γνωρίζουν και να τα κάνουν σωστά στην ηλικία που βρίσκονται, στην ομάδα που παίζουν και με τα χρήματα που αμείβονται.
Η χρονιά, θα είναι δύσκολη για τον Παναθηναϊκό. Η τετράδα και τα play-offs μοιάζουν πολύ μακριά – ειδικά με τη συνέπεια που δείχνει ο Λεβαδειακός, ο ΠΑΟΚ τον οποίον αντιμετωπίζει ο Παναθηναϊκός στα ημιτελικά του Κυπέλλου παίζει το καλύτερο ποδόσφαιρο και στην Ευρώπη κάθε επόμενος αντίπαλος του Παναθηναϊκού θα είναι το φαβορί. Μόνο που όσο είσαι μέσα στους στόχους σου, όσο κυνηγάς το οτιδήποτε, οφείλεις να τα δίνεις όλα. Όχι μόνο για να «σώσεις ό,τι σώζεται», αλλά για να βάλεις τις βάσεις για την επόμενη μέρα της ομάδας – με την προϋπόθεση ότι θέλεις να είσαι κομμάτι της ομάδας και την επόμενη μέρα.