Bloggers

Παναθηναϊκός: Ως πότε θα κρίνεται ο Ράφα Μπενίτεθ;

Ο προπονητής του Παναθηναϊκού, που «ήταν για να φεύγει» πριν λίγους μήνες και «έσωσε τη δουλειά του» μετά την πρόκριση επί της Πλζεν και την εξασφάλιση της τετράδας, συνεχίζει να κρίνεται – και καλό θα ήταν να γνωρίζουμε με ποια κριτήρια.

Σύμφωνα με τα ρεπορτάζ που διαβάζω, καθόλου σίγουρη δεν είναι η παραμονή του Ράφα Μπενίτεθ στον πάγκο του Παναθηναϊκού την επόμενη σεζόν – κάποιοι μάλιστα κάνουν λόγο για μια πλάστιγγα, που γέρνει πολύ βαριά προς το «αντίο». Πίστευα ότι ήταν ένα θέμα που είχε λυθεί, όταν ο Παναθηναϊκός εξασφάλισε τα play-offs, γλιτώνοντας την «ξεφτίλα» του 5-8 κι όταν πέρασε την Πλζεν και είχε μπροστά του ένα ευρωπαϊκό όνειρο κόντρα στην Μπέτις.

Λέγαμε τότε –και ακούγαμε– ότι ο Παναθηναϊκός είχε αποκτήσει μια συγκεκριμένη αγωνιστική ταυτότητα, ότι έπαιζε μια μπάλα που δεν «θάμπωνε» αλλά ήταν αποτελεσματική, ότι οι μεταγραφές του Γενάρη –που ήταν στα «θέλω» του προπονητή– του έδωσαν τα εργαλεία να φτιάξει αυτό που είχε στο μυαλό του τη συγκεκριμένη χρονική περίοδο κι ότι θα ήταν «δίκαιο» να μείνει, ώστε να κάνει την προετοιμασία, να διαλέξει τους παίκτες που επιθυμεί το καλοκαίρι και να κριθεί πλέον για μια ομάδα εντελώς «δική του» κι όχι μια ομάδα που ανέλαβε να καθοδηγήσει, όπου άλλοι έκαναν τις μεταγραφές και άλλο τιμ έκανε την καλοκαιρινή προετοιμασία.

Σήμερα, μετά την ισοπαλία στην Τούμπα, στο καλύτερο παιχνίδι του Παναθηναϊκού από τα τρία που έχει δώσει φέτος στην Τούμπα, στο οποίο ήταν μάλλον ανώτερος στα σημεία από τον ΠΑΟΚ και είχε περισσότερες κλασσικές ευκαιρίες από τους γηπεδούχους, η αμφισβήτηση παραμένει «φουντωμένη». Φταίει το θέαμα ή το μη –θέαμα; Σεβαστό– αλλά όποιος είδε πώς κέρδισε η ΑΕΚ τον Ολυμπιακό στο «Καραϊσκάκης», φαντάζομαι ότι είδε ένα παιχνίδι χειρότερο ποιοτικά απ’ αυτό της Τούμπας, με μια ΑΕΚ αποτελεσματική μεν, αλλά χωρίς καθόλου φάσεις και ευκαιρίες. Αν σε κάποιους φταίει το γεγονός ότι ο Παναθηναϊκός είναι πολύ μακριά από την κορυφή και η μόνη του (μακρινή) ελπίδα, είναι το κυνήγι της τρίτης θέσης, να θυμίσω απλά ότι η συγκομιδή βαθμών στο δεύτερο γύρο, σ’ αυτόν δηλαδή που στο τιμόνι της ομάδας βρέθηκε ο Μπενίτεθ, ήταν πάνω από Ολυμπιακό και ΠΑΟΚ και κατά δυο βαθμούς μικρότερη απ’ αυτήν της ΑΕΚ. Κι αν σε κάποιους φταίει ότι δεν παίζει ο Γιάγκουσιτς ή ο Παντελίδης ή ο Ζαρουρί ή οποιοσδήποτε άλλος που θα ήθελαν να βλέπουν περισσότερο, να θυμίσω ότι ο ξεχασμένος Ταμπόρδα επί Μπενίτεθ έγινε βασικός κι ότι γενικά ο συγκεκριμένος προπονητής δείχνει να μην έχει παιδιά και αποπαίδια, αλλά να δίνει ευκαιρίες σε όλους, όποτε κρίνει ότι είναι έτοιμοι.

Οπότε, τι μας φταίει;

Στο ματς της Τούμπας, ο Παναθηναϊκός παρουσιάστηκε πολύ διαβασμένος, πολύ compact και πολύ καλά «κουρδισμένος», από το πρώτο μέχρι το τελευταίο λεπτό. Μας αρέσει – δεν μας αρέσει, ο Μπενίτεθ αποφάσισε να παίξει η ομάδα του πιο συντηρητικά στο πρώτο ημίχρονο και να προσπαθήσει να «γκαζώσει» στην επανάληψη, για να εκμεταλλευτεί διάφορα πράγματα: την κόπωση που βγάζει εσχάτως ο ΠΑΟΚ στα τελευταία κομμάτια των αγώνων του, την ανάγκη του ΠΑΟΚ να κερδίσει για να μείνει κοντά στην κορυφή, την πίεση του κόσμου που θέλει νίκες στα ντέρμπι στην Τούμπα.

Το πλάνο λειτούργησε σχεδόν τέλεια: η μεσοαμυντική λειτουργία ήταν υποδειγματική, λάθη στα μετόπισθεν δεν έγιναν και με εξαίρεση τη φάση του Γερεμέγεφ, που ξεκίνησε από το σλάλομ του Κωνσταντέλια, άλλη σοβαρή απειλή δεν υπήρξε για τον Λαφόν. Στον αντίποδα, πέρα από κάτι ψευτοευκαιρίες στο πρώτο ημίχρονο, ο Παναθηναϊκός είχε τις πιο καλές ευκαιρίες του ματς, με τον Γέντβαϊ και –κυρίως– με τον Ζαρουρί, ακριβώς στο χρονικό σημείο όπου η άμυνα του ΠΑΟΚ ανέβηκε πιο ψηλά, άφησε χώρους και οι «πράσινοι» βρήκαν κενά. Αν είχε μπει ένα από τα δυο αυτά σουτ, το πλάνο θα είχε βγει στο 100% και ο Μπενίτεθ θα αποθεωνόταν σήμερα, όπως αποθεώνεται ο Νίκολιτς, που είδε την ομάδα του να κερδίζει τον Ολυμπιακό αξιοποιώντας την πρώτη και μοναδική ευκαιρία που δημιούργησε σε open-play, αυτή του πέμπτου λεπτού.

Όπως και να έχει, αν οι άνθρωποι που παίρνουν τις αποφάσεις στην ομάδα, θεωρούν ότι ο Μπενίτεθ δεν κάνει, είναι απόλυτα σεβαστό. Αλλά σκέφτομαι πως αν δεν κάνει ένας προπονητής με τέτοιο βιογραφικό και τρία ευρωπαϊκά, ποιος τελικά μπορεί να κάνει. Αν απαξιώνουμε τον μεγαλύτερο προπονητή –βάσει περγαμηνών– που έχει έρθει στην Ελλάδα μέσα σε λίγους μήνες, πώς θα σεβαστούμε οποιονδήποτε άλλον έρθει, ο οποίος πιθανότατα δεν θα κουβαλάει κανένα ευρωπαϊκό στις αποσκευές του; Πόσο θα διαρκέσει η δική του «περίοδος χάριτος»; Πόσες εβδομάδες θα χρειαστούμε για να αποφανθούμε ότι «δεν ταιριάζει στην ομάδα» και θα αρχίσουμε να ψάχνουμε τον επόμενο; Και τι νόημα έχει να εισηγείται τις μεταγραφές του Γενάρη, πάνω στα δικά του «θέλω», ένας προπονητής που δεν θα είναι μαζί μας μετά από λίγους μήνες;