Bloggers

Παναθηναϊκός: Τα «όμορφα κανονάκια», όμορφα καίγονται

Όσο η Βικτόρια Πλζεν έπαιζε με 11 παίκτες, έμοιαζε μια επικίνδυνη και ανταγωνιστική ομάδα, ικανή να βγει στο ανοιχτό γήπεδο όποτε έβρισκε την ευκαιρία, να τρέξει, να απειλήσει, να διεκδικήσει τη νίκη. Όταν όμως έμεινε με 10, στριμώχτηκε, οπισθοχώρησε και τελικά έστησε ένα «πούλμαν» μπροστά από την εστία της, για να φύγει με το βαθμό της ισοπαλίας. Μια συνθήκη δηλαδή, την οποία ο Παναθηναϊκός έχει αντιμετωπίσει πολλές φορές τα τελευταία χρόνια σε αγώνες πρωταθλήματος και κυπέλλου. Είναι όμως ένα πρόβλημα, που δεν έχει καταφέρει να λύσει, ένας «γρίφος» που αποδεικνύεται πολύ απαιτητικός και του στοιχίζει βαθμούς. Άλλοτε, δεν έχει την απαραίτητη δημιουργία, άλλοτε του λείπουν τα καλά τελειώματα ή η σωστή επιλογή στην τελευταία πάσα. Κόντρα στην Πλζεν, αντιμετώπισε ταυτόχρονα και τα τρία αυτά προβλήματα.

Μην μας ξεγελούν οι 20 τελικές που κατέγραψε η στατιστική υπηρεσία – οι πραγματικά καλές ευκαιρίες, ήταν ελάχιστες. Υπήρξαν όμως και για μια ακόμα φορά οι «πράσινοι» απέτυχαν να μετατρέψουν σε γκολ έστω και μια απ’ αυτές, ώστε να κάνουν την ευρωπαϊκή τους ζωή πιο εύκολη και να πατάνε γερά στην «8άδα». Ήταν ένα ακόμα ποδοσφαιρικό «χαρακίρι», μετά απ’ αυτό με την Γκόου Εχέντ Ίνγκλς και την ήττα τότε, με άλλα λόγια 5 χαμένοι βαθμοί, που με βάση την εικόνα των δυο αυτών αγώνων, ο Παναθηναϊκός μπορούσε και έπρεπε να τους έχει βάλει στο σακούλι.

Οι αλλαγές του Μπενίτεθ βοήθησαν, με έναν αστερίσκο

Δεν είναι τυχαίο ότι η εικόνα του Παναθηναϊκού ήταν ιδιαίτερα κυριαρχική περίπου από το 60’ και μετά: οι Τσέχοι έδειξαν σημεία κόπωσης, κλείστηκαν στο 1/3 ή και 1/ 4 του γηπέδου και απλά έδιωχναν τη μπάλα όσο πιο μακριά μπορούσαν, για να πάρουν μια ανάσα. Παράλληλα, από τον πάγκο υπήρξαν παρεμβάσεις, με τον Μπακασέτα να μπαίνει, τον Τζούριτσιτς να πηγαίνει αποκλειστικά αριστερά, σε έναν χώρο που τον κάνει να νιώθει πολύ πιο άνετα σε σχέση με τον άξονα και τον Τσέριν να βοηθάει στην κυκλοφορία της μπάλας.

Ο Παναθηναϊκός είχε τη μπάλα στα πόδια του και τη γύριζε με υπομονή, ψάχνοντας την παραμικρή «ρωγμή» στην αντίπαλη άμυνα, αλλά δεν τη βρήκε. Το να σηκώσει τη μπάλα, έμοιαζε με μονόδρομος και η είσοδος στο παιχνίδι του Σφιντέρσκι εκεί αποσκοπούσε. Αν έχω μια και μοναδική διαφωνία στα όσα «δούλεψε» και έκανε ο Μπενίτεθ, είναι που έβγαλε τον Πάντοβιτς για να βάλει το Σφιντέρσκι και δεν διατήρησε και τους δυο, ώστε να έχει περισσότερες απειλές στην αντίπαλη περιοχή, αντί να περιμένει κάποια διαγώνια κίνηση από τα εξτρέμ του. Κάτι είχε στο μυαλό του ο κόουτς, κάτι είχε σχεδιάσει, αλλά δεν του βγήκε. Αυτό το παιχνίδι όμως, όπως και αυτά που προηγήθηκαν, «φωνάζουν» πού πονάει η ομάδα και πού πρέπει να ενισχυθεί.

Ο Γενάρης είναι κοντά, η βελτίωση όμως θέλει χρόνο.

Είναι δεδομένο ότι ο Παναθηναϊκός δεν θα πάει απλά για «μπαλώματα» στη χειμερινή μεταγραφική περίοδο, αλλά για ουσιαστικές ενισχύσεις. Ο Τεττέη αντί του Γερεμέγεφ, μοιάζει ως μεγάλη αναβάθμιση – και είναι αυτό που ξέρουμε με σιγουριά ως τώρα. Όλα τα υπόλοιπα, υπάρχουν στα μπλοκάκια του Μπενίτεθ, του Μπαντίνι, του Κορόνα, του Κοτσόλη, στα δημοσιογραφικά πηγαδάκια, τα κουτσομπολιά και την μανατζερική πιάτσα, αλλά κάτι επίσημο δεν γνωρίζουμε ως τώρα. Και το πρόβλημα είναι ότι όσο κυλάνε οι εβδομάδες και περνάνε τα παιχνίδια, τα κενά φαίνονται όλο και μεγαλύτερα.

Πέρα από τις υπερβολές που ακούγονται, τύπου «να φύγουν όλοι» ή «να φύγουν οι μισοί», ρεαλιστικά μιλώντας, ο Παναθηναϊκός χρειάζεται γενναίες αλλαγές. Από τερματοφύλακα για να αντικαταστήσει τον Ντραγκόφσκοι, ίσως τον πρώτο τερματοφύλακα στην ιστορία που κατάλαβε στα 28 του ότι δεν αντέχει την πίεση, μέχρι αριστερό μπακ, οκτάρι, δεκάρι, εξτρέμ και πάει λέγοντας. Αν ήμασταν στον Ιούνιο, θα ήμουν βέβαιος ότι θα βλέπαμε και άλλα πράγματα, πωλήσεις και αγορές σε θέσεις και ονόματα που δεν θα περιμέναμε να φύγουν, αλλά μια που είμαστε κοντά στο Γενάρη, με την αγορά πιο περιορισμένη και πιο ακριβή, υποθέτω ότι θα δούμε λίγο πιο μαζεμένα πράγματα και όχι ένα ποδοσφαιρικό «πογκρόμ».

Η πραγματικότητα όμως είναι, πως είτε το Γενάρη, είτε το καλοκαίρι, ο Παναθηναϊκός οφείλει να προσφέρει στον προπονητή του ένα ρόστερ αντάξιο της αξίας, του βιογραφικού και του κύρους του. Με άλλα λόγια, όταν παίρνεις έναν προπονητή «της σειράς» ή τέλος πάντων έναν προπονητή με συγκεκριμένο βιογραφικό, του δίνεις την ευκαιρία να σου δείξει τι μπορεί να κάνει με συγκεκριμένα υλικά και αν δεις ότι έχει προοπτική, στη συνέχεια τον «προικίζεις» με μεγαλύτερη ποιότητα. Όταν όμως παίρνεις τον Ράφα Μπενίτεθ, μεσούσης της σεζόν, για να διαχειριστεί ένα ρόστερ που δεν διάλεξε ο ίδιος, δεν έκανε προετοιμασία και δεν «δίδαξε», τότε φροντίζεις μόλις ανοίξει το πρώτο μεταγραφικό παράθυρο, να φέρεις μέσα αέρα αλλαγής. Και μόλις ανοίξει το δεύτερο, αυτό του Ιουνίου, που δεν είναι «παράθυρο» αλλά «πόρτα» κανονική, τότε θα πρέπει να κάνεις ό,τι καλύτερο μπορείς για να τον ικανοποιήσεις, ώστε και εκείνος μετά με τη σειρά του, να ικανοποιήσει εσένα με την ομάδα που θα φτιάξει.