Ο κόσμος του Παναθηναϊκού είναι δεδομένο ότι αγαπάει την ομάδα, στενοχωριέται με τις αποτυχίες, απογοητεύεται κάθε χρονιά που περνάει χωρίς πρωτάθλημα και σφίγγεται η ψυχή του όταν βλέπει εμφανίσεις, όπως αυτή με τον ΠΑΟΚ στην Τούμπα.
Μια εικόνα ανημπόριας, με παίκτες χωρίς διάθεση, χωρίς συγκέντρωση, χωρίς να νιώθουν καμία ανάγκη ή «υποχρέωση» να νικήσουν και να μειώσουν τη διαφορά από την κορυφή, μια διαφορά για την οποία ευθύνονται και οι ίδιοι. Μόνο που ο κόσμος δεν παίζει μπάλα – είναι όμως αυτός, στους οποίους συχνά – πυκνά απευθύνονται οι παίκτες και τον προσκαλούν να έρθει στο γήπεδο να τους στηρίξει. Η σχέση αυτή βέβαια, πρέπει να είναι αμφίδρομη και όχι «αγάπη άνευ όρων». Υπάρχουν όροι και προϋποθέσεις στην στήριξη μιας ομάδας από τον κόσμο της.
Είτε κάποιοι το αποδέχονται, είτε όχι και η διοίκηση της ομάδας στενοχωριέται και απογοητεύεται με τέτοιες ήττες και τέτοιες εμφανίσεις. Λάθη έχει κάνει ένα σωρό, αλλά πήρε Μπενίτεθ, πήρε Μπαλντίνι, Κορόνα και Κοτσόλη, προσπαθεί να φέρει μια ποδοσφαιρική λογική πιο «ολιστική», να φτιαχτεί κάτι στέρεο, που θα έχει προοπτική. Και με το μεγάλο πρότζεκτ του νέου γηπέδου ενόψει, το τελευταίο πράγμα που θέλει η διοίκηση της ομάδας, είναι ένα κλαμπ απαξιωμένο, που να μην κυνηγά τίποτα και να έχει τον κόσμο απέναντί της και όχι δίπλα της. Αλλά ούτε η διοίκηση παίζει μπάλα.
Είτε σας κάνει εντύπωση, είτε όχι και οι δημοσιογράφοι που ασχολούνται με τον Παναθηναϊκό αγαπάνε την ομάδα. Μπορεί ΑΡΔ να τους ανεβάζουν κάποιοι και «τσάτσους» να τους κατεβάζουν, αλλά το γεγονός ότι βιοπορίζονται ως ρεπόρτερ ή κειμενογράφοι ή σπορτκάστερς, δεν σημαίνει ότι βλέπουν τον Παναθηναϊκό ως «μπίζνα» ή πορτοφόλι.
Και δεν υπάρχει τίποτα πιο άδικο, από το να φορτώνουν διάφοροι στους δημοσιογράφους όλα τα κακά της ομάδας, επειδή γράφουν το τάδε ή το δείνα πράγμα, λες και αν γράψει ή δεν γράψει κάτι ο δημοσιογράφος, θα κάνει τους παίκτες να παίξουν καλύτερα και την ομάδα να πετάει. Αλλά, ξέρετε κάτι; Ούτε οι δημοσιογράφοι παίζουν μπάλα.
Άρα, ποιος μένει; Αυτοί που πραγματικά παίζουν μπάλα, δηλαδή οι παίκτες και ο προπονητής. Τόσο καιρό, «έφταιγαν» οι προπονητές: ο Γιοβάνοβιτς, που δεν είχε το μέταλλο να κερδίσει τα ντέρμπι και «έχασε δικό του πρωτάθλημα», ο Φατίχ Τερίμ, ο Ντιέγκο Αλόνσο, ο Ρουί Βιτόρια, ο Χρήστος Κόντης. Αλλά κάπου εδώ, μπαίνει ένα φρένο: όποιος φαγώθηκε, φαγώθηκε. Όποιος σταυρώθηκε, σταυρώθηκε κι όποιος πήρε πάνω του όλα τα «κρίματα» της ομάδας, αποχώρησε. Ο Ράφα Μπενίτεθ, ευτυχώς για κάποιους και δυστυχώς για κάποιους άλλους, δεν ανήκει στην κατηγορία των «αναλώσιμων». Άρα, αυτός θα είναι εδώ την επόμενη μέρα, σε αντίθεση με παίκτες που δεν θα είναι. Τόσο απλά.
Στην Τούμπα, ούτε ο Μπενίτεθ ήταν καλός
Όπως ακριβώς έχουμε αναφερθεί αυτόν τον ενάμιση μήνα στα καλά που έχει κάνει ο Μπενίτεθ, οφείλουμε να αναφερθούμε και στα πράγματα που δεν έκανε καλά στην Τούμπα – αγιογραφίες δεν χρειάζεται να κάνουμε. Στο ματς με τον ΠΑΟΚ δοκίμασε πράγματα που δεν του βγήκαν και άργησε πολύ να τα αλλάξει, επιμένοντας – σχεδόν εμμονικά – σε αυτό που είχε στο μυαλό του.
Για παράδειγμα, η μεταφορά του Καλάμπρια στο αριστερό άκρο της άμυνας, είναι μια κίνηση που χαλάει τα πάντα; «αφοπλίζει» τη δεξιά πλευρά, εκεί όπου ο Καλάμπρια με τον Τετέ είχαν συνδεθεί τον τελευταίο καιρό, απενεργοποιεί την αριστερή πλευρά, αφού ο Καλάμπρια δεν μπορεί να ανέβει ψηλά, να σεντράρει και να έχει συμμετοχή στην επιθετική ανάπτυξη με το ανάποδο πόδι και ταυτόχρονα φέρνει δεξιά είτε τον Κώτσιρα είτε τον Γέντβαϊ, οι οποίοι δεν διακρίνονται για τα επιθετικά τους χαρίσματα. Άρα με μια και μόνο κίνηση ο Παναθηναϊκός ουσιαστικά χάνει το παιχνίδι του και από τις δυο πτέρυγες και επιπλέον είδε τον Γέντβαϊ να υποφέρει στην Τούμπα, από τις επελάσεις του Τάισον, τις βοήθειες του Κωνσταντέλλια από εκεί, τις μη – βοήθειες του Τετέ και την αδυναμία του Σιώπη να δώσει μια χείρα βοηθείας – ο τρόπος που ο Τάισον «εξαφανίζει» από το κάδρο τον Σιώπη, πριν βγάλει την ασίστ στον «Ντέλια» για το πρώτο γκολ, είναι ενδεικτική.
Προφανώς δεν ήταν μόνο αυτό το πρόβλημα, αλλά είναι πιο σημαντικό από το να απαριθμήσουμε όλα αυτά που πήγαν στραβά στο ντέρμπι, να σταθούμε σε αυτά που δήλωσε ο Μπενίτεθ: ότι δηλαδή στο πρώτο ημίχρονο η ομάδα του στάθηκε καλά και απλά υπήρξε η «ατυχία» με το δεύτερο γκολ, που έβγαλε τον Παναθηναϊκό εκτός διεκδίκησης θετικού αποτελέσματος. Σε ένα πρώτο ημίχρονο όπου ο ΠΑΟΚ είχε γκολ, δοκάρι, 1-2 ακόμα μεγάλες ευκαιρίες και ο Παναθηναϊκός είχε όλο κι όλο ένα σουτ του Σφοιντέρσκι στο 40’, δεν το λες ούτε καλό, ούτε ανταγωνιστικό. Αν για τον Μπενίτεθ το «κέρδος» ήταν ότι η ομάδα του είχε φάει «μόνο» ένα γκολ και είχε πίστη ότι κάτι καλό θα γινόταν στην επανάληψη, είναι κάτι που δεν θα το μάθουμε ποτέ.
Κι επειδή έγινε και γίνεται μεγάλη κουβέντα για τη μια εβδομάδα άδειας που έχουν πάρει οι παίκτες, χωρίς καμία διάθεση λαϊκισμού ή «τιμωρίας» ή «εκδίκησης» ή οτιδήποτε άλλο, θα πω μόνο το εξής; Αν ήμουν διοίκηση, θα ζητούσα από τους παίκτες να γυρίσουν νωρίτερα. Αν ήμουν προπονητής, θα ζητούσα από τους παίκτες να γυρίσουν νωρίτερα. Κυρίως όμως, αν ήμουν παίκτης, που φοράει αυτή τη φανέλα και παίρνει αυτά τα χρήματα που παίρνει ο καθένας, που δεν τα λες και λίγα, θα συζητούσα με τους συμπαίκτες μου και θα τους ζητούσα να γυρίσουμε νωρίτερα, να στρώσουμε κάτω τον πισινό μας και να δουλέψουμε, ώστε να μην παρουσιάσουμε ξανά αυτή την άθλια εικόνα.
Τόσο απλό είναι: το ρεπό και η άδεια, είναι μια μορφή επιβράβευσης για κάτι που έκανες καλά. Όταν δεν κάνεις κάτι καλά, δεν υπάρχει λόγος να σε επιβραβεύσουν. Κάνεις «Ritiro» που λένε και οι Ιταλοί, μαζεύεσαι, απομονώνεσαι, δουλεύεις και βρίσκεις αυτό που φταίει για να το φτιάξεις, ώστε να σταματήσει το καθόλου ιταλικό αλλά πολύ ελληνικό «Σιχτίρο», που εσύ έχεις προκαλέσει.