Το πώς ξεκίνησε η χρονιά για τον Παναθηναϊκό, με το πώς τελειώνει, είναι κυριολεκτικά η μέρα με τη νύχτα. Το προηγούμενο καλοκαίρι ο Παναθηναϊκός τερμάτισε δεύτερος στα play-off, αποφάσισε να συνεχίσει με τον ίδιο προπονητή, τον Ρουί Βιτόρια, απέτυχε να μπει στη League Phase του Τσάμπιονς Λιγκ αλλά μπήκε σε αυτή του Γιουρόπα. Με μεταγραφές που έμοιαζαν στοχευμένες και συμβατές με την ομάδα, με φόρα από την ευρωπαϊκή πρόκριση, με προσδοκίες για σοβαρό πρωταθλητισμό, πήγε και κουτούλησε την πόρτα της συμφοράς από τα πρώτα ματς του πρωταθλήματος. Κακή μπάλα, ομάδα χωρίς τρεξίματα, παιχνίδια που δεν τα τελείωνε στο διάστημα που ήταν ανώτερος, έφεραν το Βιτόρια εκτός, τον Κόντη εντός και στη συνέχεια τον Κόντη εκτός και τον Ράφα Μπενίτεθ να αναλαμβάνει με «τζουμ – ταρατατζούμ», μεγάλες προσδοκίες και όνειρα για το μέλλον.
Μερικούς μήνες μετά, ο Παναθηναϊκός βιώνει την καταστροφή. Έμεινε και μαθηματικά τέταρτος από πολύ νωρίς στα play-off, χρειάστηκε τέσσερα παιχνίδια για να πετύχει γκολ, είδε τον ΟΦΗ να κατακτά το κύπελλο και να παίρνει το προνομιακό ευρωπαϊκό εισιτήριο, τον ΠΑΟΚ με τον Ολυμπιακό να παλεύουν για την δεύτερη θέση κι εκείνος έμεινε με το μεγάλο βάσανο των πολλών προκριματικών για το Conference, την αβεβαιότητα στον πάγκο του, ένα ρόστερ απαξιωμένο και έναν κόσμο (ξανά) ξενερωμένο. Συν τοις άλλοις, αποτέλεσε το τέλειο «θύμα» στο πρωτάθλημα που σφράγισε η ΑΕΚ, με το γκολ του Ζοάο Μάριο στο 94’. Για τα επόμενα χρόνια, όποτε η ΑΕΚ γιορτάζει αυτόν τον τίτλο κι όποτε οι φίλοι της βλέπουν βιντεάκια απ’ αυτό το ματς, αρνητικοί πρωταγωνιστές ή τέλειοι κομπάρσοι, θα είναι οι παίκτες με τις πράσινες φανέλες, η πάσα του Γιόβιτς και το τελείωμα του Μάριο που χάρισε το πρωτάθλημα στην ΑΕΚ.
Μια δίκαιη νίκη, ένα άξιο πρωτάθλημα, απέναντι σε έναν θαρραλέο Παναθηναϊκό
Η ΑΕΚ πήρε αυτό ακριβώς που άξιζε με την προσπάθεια που κατέβαλε όλη τη χρονιά. Και στο ντέρμπι αυτό, δικαιώθηκε για το «ξύπνημα» μετά το γκολ του Τεττέη, για τις παρεμβάσεις του Νίκολιτς, για το πάθος της, την προσπάθειά της, την «ανάγκη» της να τελειώσει το πρωτάθλημα από το βράδυ της Κυριακής, από τη στιγμή που γνώριζε ότι το αποτέλεσμα στο Φάληρο ήταν ακριβώς αυτό που τη βόλευε.
Και αυτό που κατάφερε η ΑΕΚ αποκτά ακόμα μεγαλύτερη αξία, διότι απέναντί της βρέθηκε ένας Παναθηναϊκός που ήταν καλός, θαρραλέος, τολμηρός, που έφτιαξε φάσεις, που δεν αμύνθηκε μαζικά και έβγαλε μερικά από τα πράγματα που θέλουν να βλέπουν οι φίλοι του. Η επιλογή για τετράδα στην άμυνα, ήρθε λίγο αναγκαστικά (μια που άλλα διαθέσιμα στόπερ, πέραν του Τουμπά και του Πάλμερ – Μπράουν δεν υπήρχαν) και λίγο διότι στο προηγούμενο ματς με την ΑΕΚ στη ¨Λεωφόρο, όταν ο Παναθηναϊκός έπαιξε με δέκα παίκτες μετά την αποβολή του Ερνάντεθ, ο Παναθηναϊκός μια χαρά τα πήγε με τετράδα στην άμυνα. Αφαιρώντας έναν κεντρικό αμυντικό, ο Μπενίτεθ τοποθέτησε έναν έξτρα μεσοεπιθετικό πίσω από τον Τεττέη, φέρνοντας τον Ταμπόρσα σε θέση «10», τον Παντελίδη δεξιά και τον Αντίνο αριστερά. Δεν άγγιξε την τελειότητα ο Παναθηναϊκός, αλλά ο ένας παραπάνω παίκτης μπροστά δημιούργησε καταστάσεις, έδωσε λίγο παραπάνω χώρο στον Τεττέη, μπέρδεψε σε κάποιες περιπτώσεις την αντίπαλη άμυνα και έφτιαξε καλές ευκαιρίες για γκολ. Δεν είναι άλλωστε τυχαίο ότι σε αυτό το ματς, με αυτή τη διάταξη, όχι απλά οι «πράσινοι» πέτυχαν το πρώτο τους γκολ στα play-off μετά από τρεις στείρους αγώνες, αλλά είχαν περίπου τόσες καλές ευκαιρίες να σκοράρουν, όσες είχαν και στα τρία προηγούμενα ματς μαζί. Υποψιάζομαι βέβαια πως αν υπήρχε έστω και ένας κεντρικός αμυντικός στον πάγκο, ο Μπενίτεθ θα τον έριχνε με μεγάλη χαρά στο γήπεδο μετά το 0-1, ώστε να μπορέσει να ανταποκριθεί η άμυνά του στην ταυτόχρονη παρουσία Βάργκα – Γιόβιτς – Ζίνι και ίσως το αποτέλεσμα του ματς να ήταν διαφορετικό. Δεν είχε όμως κανέναν και το αποτέλεσμα ήταν αυτό το «πρωταθληματικό» 2-1 για την ΑΕΚ.